Έχεις φιλοδοξίες; Είσαι προδότης

Ο Ιωάννης Παπαπέτρου θα συνεχίσει την καριέρα του στον Παναθηναϊκό Superfoods και ο Δημήτρης Καρύδας αναλύει στο προσωπικό του blog τα δρομολόγια από το ΣΕΦ στο ΟΑΚΑ και αντίστροφα.
0
Δημήτρης Καρύδας
11/07/2018 • 09:27
Ο Ιωάννης Παπαπέτρου
  • shares
Για τον μέσο Ολυμπιακό οπαδό η απόφαση του Ιωάννη Παπαπέτρου να φύγει από τον Ολυμπιακό και να ντυθεί στα πράσινα του αιώνιου αντιπάλου αποτελεί πράξη ισοδύναμη με προδοσία. Είναι ακριβώς ο ίδιος οπαδός που έχει μυθοποιήσει τον Βασίλη Σπανούλη ο οποίος πριν από οκτώ χρόνια έκανε την ακριβώς αντίστροφη διαδρομή. Και δεν δέχεται κουβέντα για τον αρχηγό του Ολυμπιακού. Μικρή λεπτομέρεια όχι όμως ασήμαντη. Όλη αυτή την οκταετία ο Σπανούλης έχει κερδίσει τον τίτλο του προδότη και είναι μακράν το πλέον μισητό πρόσωπο στο ΟΑΚΑ.

Προφανώς και για τον μέσο χρήστη των ελληνικών social media οι δύο αυτοί παίκτες δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από καλοπληρωμένα παλιόπαιδα που «πούλησαν» ως γνήσιοι αργυρώνητοι τη μεγάλη ιδέα του συλλόγου. Προφανώς και για όλους τους υπόλοιπους το όλο θέμα συνιστά ανεκδοτολογία του ανώτερου δυνατού επιπέδου. Ο παίκτης και ο κάθε παίκτης μπορεί να θεωρείται από τον άνεργο ή κακοπληρωμένο κάτοικο αυτής της χώρας ώς μια μηχανή κοπής ευρώ, ένας νεαρός εκατομμυριούχος. Και υπάρχει η απαίτηση οι αποφάσεις που αφορούν την καριέρα του να λαμβάνονται δια βοής στα social media που έχουν μετατραπεί σε ένα σύγχρονο Κολοσσαίο που χαρίζει τη ζωή σε όποιον πάει με τα νερά του πλήθους και κατεβάζει τον αντίχειρα όταν κάνει κάτι διαφορετικό.

Προφανώς και δεν είναι έτσι τα πράγματα τουλάχιστον για όσους από εμάς έχουμε τη δυνατότητα να μιλάμε με τους παίκτες είτε μέσω της επίσημης διόδου, είτε ανεπίσημα. Λίγες εβδομάδες μετά την εσχάτη προδοσία του Σπανούλη μιλούσα μαζί του σε ένα αεροδρόμιο στη διάρκεια ενός εκ των πρώτων ταξιδιών του ως παίκτης του Ολυμπιακού. Μου εξολομολογήθηκε ότι «δεν έφυγα για τα λεφτά, θέλω να κάνω τη δική μου επανάσταση στο ελληνικό μπάσκετ και να έχει την υπογραφή μου φαρδιά πλατιά». Ο παίκτης θέλει να παίζει. Απλά πράγματα. Ο μεγάλος παίκτης που για να φτάσει να είναι μεγάλος παίκτης κουβαλάει ένα έμφυτο αθλητικό εγωισμό θέλει να είναι ο καλύτερος. Ο καλύτερος παντού: Μέσα στην ομάδα, μέσα στο γήπεδο και στο….ταμείο όταν παίρνει το μηνιάτικο. Αυτό που δεν μου είπε ο Σπανούλης αλλά ήταν πολύ εύκολο να αντιληφθώ έλεγε πίσω από τις γραμμές: Δεν θέλω να είμαι στη σκιά του Διαμαντίδη. Θέλω να δείξω ή να προσπαθήσω να δείξω ότι είμαι καλύτερος του. Προφανώς και εκείνοι που τύπωσαν 50ευρα με τη φάτσα του την πρώτη φορά που επέστρεψε στο ΟΑΚΑ θέλουν να κερδίζουν στο ποδοσφαιρικό 5Χ5, στο μονό του μπάσκετ ή στο….τάβλι αλλά δεν αναγνωρίζουν το ίδιο δικαίωμα σε κάποιον άλλο. Είναι ξεκάθαρο όμως ότι η ιστορία δικαίωσε τον Σπανούλη και όχι τους υβριστές του.

Ήταν απολύτως λογικό με τα χρόνια που πέρασαν και τον χρόνο που δεν κάνει εξαιρέσεις ο Σπανούλης να βιώσει το ίδιο συναίσθημα όταν πριν μερικά καλοκαίρια ο Κώστας Σλούκας έπαιρνε την απόφαση να ανοίξει την πόρτα του Ολυμπιακού και να πάει στη Φενέρ. Ο Ομπράντοβιτς του είπε αυτό που ήθελε να ακούσει: Ότι θα έχει ρόλο, ότι θα ανεβάσει το παιχνίδι του σε άλλο επίπεδο και όλα τα σχετικά. Σήμερα, ο Σλούκας θεωρείται ένας άρτιος γκαρντ από τους καλύτερους σε επίπεδο Ευρωλίγκα και είναι ξεκάθαρο ότι η ιστορία δικαίωσε την επιλογή του και όχι τους υβριστές του. Απλά γλίτωσε το πολύ κράξιμο γιατί δεν πήγε στον Παναθηναϊκό αλλά σε μια τουρκική ομάδα.

Φέτος, το καλοκαίρι ο Ιωάννης Παπαπέτρου παίρνει σειρά στην….κρεατομηχανή. Γιατί επέλεξε να πάει στον Παναθηναϊκό όπου ο Πασκουάλ του υποσχέθηκε τηλεφωνικά ένα διευρυμένο ρόλο. Ο Παπαπέτρου την εποχή των μικρών εθνικών  ομάδων ήταν το μεγαλύτερο ταλέντο της γενιάς του γιατί πολύ απλά δεν ξέραμε ακόμη ότι ένας άλλος συνομήλικος του που λεγόταν Γιάννης Αντετοκούνμπο είχε θεϊκό μπασκετικό ταλέντο. Διάλεξε να πάει στο πανεπιστήμιο του Τέξας, ένα πολύ απαιτητικό πρόγραμμα, όπου κατάφερε να παίξει πεντάδα από την πρώτη στιγμή. Μετά από ένα χρόνο στο Τέξας αποφάσισε εντελώς ξαφνικά να επιστρέψει στην Ελλάδα  παρότι έμοιαζε ότι μπορούσε να ακολουθήσει μια διαφορετική διαδρομή που θα τον οδηγούσε ακόμη και στο ΝΒΑ.  Προσωπικά, θεωρώ ότι αν κάποια μέρα κάνει απολογισμό της καριέρας του θα πει ότι μάλλον είναι το μεγαλύτερο λάθος του η επιστροφή στην Ελλάδα. Από την άλλη όμως δεν γνωρίζω και δεν μπορώ να βάλω στην εξίσωση προσωπικά, οικογενειακά και οικονομικά δεδομένα που τον οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Τρία χρόνια αργότερα, ο Παπαπέτρου έχει μένει μπασκετικά στάσιμος και η μοναδική εξέλιξη που μπορούμε να διακρίνουμε είναι το βελτιωμένο μακρινό σουτ του. Με τα χρόνια να περνάνε ο Παπαπέτρου ήταν στο σταυροδρόμι της καριέρας του και διάλεξε την ομάδα που του εγγυήθηκε κάτι παραπάνω από αυτό που του έδινε ως εγγύηση ο Ολυμπιακός. Και δεν μιλάμε για τα λεφτά. Αν πήρε τη σωστή απόφαση ή όχι (για την καριέρα του) αυτό θα έχουμε την ευκαιρία να το δούμε και να το κουβεντιάσουμε στο κοντινό μέλλον.

Προφανώς και το να έχει ένας αθλητής φιλοδοξίες είναι fair όταν αυτό συμβαίνει για την ομάδα που υποστηρίζουμε. Όταν αυτές οι φιλοδοξίες ταυτίζονται με τον αντίπαλο ο ίδιος παίκτης με την ίδια λογική είναι ένας προδότης του κατώτατου επιπέδου. Καλή ώρα σαν τον Σπανούλη του 2010 ή τον Σλούκα ή οποιονδήποτε άλλο πάρει τη δύσκολη απόφαση να αλλάξει στρατόπεδο. Στην Ελλάδα του 2018 η φιλοδοξία δεν είναι απλά ποινικοποιημένη είναι κακούργημα ιδιαζόντως ειδεχθές.

ΥΓ Φυσικά θα μπορούσαν ανάλογα παραδείγματα να γράφονται εδώ αενάως γιατί έχουμε μπόλικα. Ο Ιωαννίδης κοουτσαρε ματωμένος εναντίον του Άρη στο φάιναλ φορ του 1998 και ένα χρόνο νωρίτερα οι ίδιοι που τον εκλιπαρούσαν να μην αφήσει το λιμάνι του πετούσαν αβγά και γιαούρτια στο ΣΕΦ. Ο Γιαννάκης έπαιξε για πρώτη φορά εναντίον του Άρη με ένα ομοίωμα του να κρέμεται σε ικρίωμα στο πέταλο του Αλεξάνδρειου, ο Φασούλας πήγε να παίξει για πρώτη φορά σαν αντίπαλος του ΠΑΟΚ στη Θεσσαλονίκη με φρουρά και σωματοφύλακες. Μόνο ο Γκάλης φάνηκε τυχερός. Αποδοκιμάσθηκε χλιαρά και ποτέ μαζικά στο Αλεξάνδρειο σαν παίκτης του Παναθηναϊκού επειδή είχε την…..τύχη να τον….διώξει το καλοκαίρι του 1992 ο Άρης. Μετά από 40 ή 50 χρόνια όποιος θα ανατρέχει στη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού μπάσκετ προφανώς θα έχει την εντύπωση ότι υπήρχε μια ομάδα με βασικό τον Εφιάλτη, διάρι τον Πήλιο Γούση και βαρύ σέντερ τον Ιούδα Ισκαριώτη. 

Γράψτε το σχόλιο σας...

09/05/2018 • 16:07