Ήταν κάποτε ένας πρίγκηπας

O Δημήτρης Καρύδας αφήνει για λίγο στην άκρη το μπάσκετ και θυμάται στο προσωπικό του blog τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον «πρίγκηπα» του ελληνικού ροκ που έφυγε σαν σήμερα από την ζωή το 1990.
0
Δημήτρης Καρύδας
06/12/2017 • 11:00
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος.
  • shares
Αη Νικόλα, πάνε 27 χρόνια, πότε πέρασε ο καιρός τόσο γρήγορα. Απογευματινή βάρδια στο ΜΕΓΚΑ που έχει ξεκινήσει να εκπέμπει πριν από λίγο. Ο φίλος που με πήρε τηλέφωνο μου είπε την είδηση που έμοιαζε: «Πέθανε ο Παύλος». Για την παλιά μας παρέα στο λύκειο Αμαρουσίου δεν χρειαζόταν επίθετο ή άλλες συστάσεις. Παύλος ήταν ένας, αυτός που είχε ντύσει μουσικά την ατίθαση εφηβεία μας. Στην αρχή δεν τον πίστεψα. Σε μια εποχή που δεν υπήρχε ίντερνετ και κινητό αυτές οι φήμες για τους «θανάτους» διάφορων επωνύμων κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα και γίνονταν πιστευτές μέχρι να….εμφανιστεί όρθιος και ζωντανός ο….μεταστάς. Κατέβηκα ένα όροφο και ρώτησα στην πηγή των ειδήσεων, τον αρχισυντάκτη βάρδιας του ΜΕΓΚΑ. «Ναι κάτι έχουμε εδώ, αυτός ο ροκάς είναι. Πέθανε από ναρκωτικά, αλήθεια είναι. Τον έχουμε προτελευταία είδηση στο δελτίο».

Αυτός ο….ροκάς λοιπόν. Η προτελευταία είδηση του δελτίου. Παύλος Σιδηρόπουλος, ο πρίγκηπας. Το 1990 έπεσαν οι τίτλοι τέλους, η ντρόγκα έφαγε τον Παύλο, όπως αναφερόταν στους τίτλους μιας ημερήσιας εφημερίδας την επόμενη μέρα. Για τους έφηβους της δεκαετίας του ’80 ο Σιδηρόπουλος ήταν ότι πιο κοντινό υπήρχε εντός των συνόρων στον Τζιμ Μόρισον, στους καταραμένους μπλουζμεν, αντιπροσώπευε μόνος του σχεδόν το ελληνόφωνο ροκ. Εντάξει, μην πιστέψετε τον μύθο. Λίγοι ήταν αυτοί που τον ήξεραν και τον παρακολουθούσαν όσο ζούσε. Ούτε θρύλος ήταν, ούτε μύθος. Στη μουσική και στις τέχνες ο κανόνας είναι ίδιος: Πρέπει να πεθάνεις για να μείνεις αθάνατος. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι οπαδοί του αυξήθηκαν γεωμετρικά και τη μουσική του την άκουσαν πολλοί περισσότεροι από όσους την εποχή που ζούσε. Οι άλλοι, οι παλιοί αυτοί που τον άκουγαν να τραγουδάει το ‘’Να μ΄αγαπάς’’, την Κ. και το Ροκ εν ρολ στο κρεβάτι όταν περνάνε από το νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου αφήνουν απλά ένα λουλούδι στον τάφο του. Μερικοί δεν έκαναν τον κόπο να πάνε καν στην κηδεία γιατί ήξεραν ότι θα μετατραπεί σε τσίρκο επωνύμων και άσχετων.

Ο Παύλος έζησε γρήγορα και πέθανε νέος ακολουθώντας όλη τη φιλολογία των καταραμένων ποιητών, των ηρώων του ροκ, τη δική του διαδρομή που ίσως και να το ΄ξερε ότι οδηγούσε κατευθείαν στον γκρεμό. Δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά, ανιψιός της σπουδαίας Έλλης Αλεξίου και της Γαλάτειας Καζαντζάκη είχε στο DNA σε ίσες δόσεις την τέχνη, την μαγκιά και την αυτοκαταστροφή. Το μόνο που δεν πήρε από τους προγόνους και τη φαμίλια του ήταν οι μεγαλοαστικές συνήθειες.

Πρώτη φορά τον είδα στη συναυλία της βροχής, το 1979, Crazy love στους Ζωγράφου, κάτι σαν το ελληνικό….Γούντστοκ αλλά στο πολύ-πολύ μικρότερο. Και κάπου εκεί μάθαμε ότι ο τραγουδιστής που θύμιζε μπλουζμαν είχε κυκλοφορήσει και ένα δίσκο με ελληνικούς στίχους, το Φλου. Αυτό ήταν. Από τότε τον παρακολουθούσαμε στενά και για χρόνια, όπου εμφανιζόταν. Κάθε χειμώνα. Στα ροκ στέκια της εποχής: Λήδρα, Κύτταρο, Ροντέο. Εκεί στο Ροντέο, την υπόγα στην πλατεία Βικτωρίας ήταν μια από τις τελευταίες φορές που τον είδα στη σκηνή. Στην ιστορική βραδιά παραμονές των δημοτικών εκλογών. Στο Ροντέο πίστα δεν υπήρχε. Οι καλλιτέχνες έπαιζαν στο ίδιο επίπεδο με τους θεατές, μισή ανάσα μακριά τους.

Στη μέση του προγράμματος ο Παύλος κάνει μια παύση και ζητάει τσιγάρο. Κάποιος του πετάει ένα ασπροκόκκινο πακέτο Marlboro. «Βρε, μαλάκες, ένα κανονικό τσιγάρο θέλω όχι απ΄ αυτό». Αφού βρέθηκε και το….κανονικό τσιγάρο, έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί και διάβασε το μανιφέστο του Έβερτ κατά των κομμουνισμού. ‘’Αυτός θα είναι ο δήμαρχος σας αύριο», κατέληξε ο Παύλος, πάντοτε απρόβλεπτος, πάντοτε αιρετικός, πάντοτε διαφορετικός όχι για να το δείχνει αλλά γιατί το πίστευε.

Στη διάρκεια αυτών των 27 χρόνων γράφτηκαν πολλά για τον πρίγκηπα που έφυγε στα 42 του, πάνω που όλοι πίστευαν ότι είχε καθαρίσει από την κόλαση της ντρόγκας. Αλλά είχε καθαρίσει για λίγο. Γράφτηκαν πολλά από ανθρώπους που σφετερίστηκαν τον μύθο του, γέμισαν σελίδες με αφιερώματα από ανθρώπους που είναι αμφίβολο αν τον είχαν δει έστω και μια φορά στα μοναδικά του σόου επί σκηνής ή είχαν ακούσει ένα τραγούδι του όσο ζούσε, βγήκαν βιβλία που τα περισσότερα δεν λένε απολύτως τίποτε. Οι λίγοι αυτοί που τον ήξεραν και είχαν ζήσει κοντά του έχουν προτιμήσει τη σιωπή, πιστεύοντας και πολύ σωστά ότι αυτό είναι ο αληθινός σεβασμός στη μνήμη του. Η Κ. για την οποία γράφτηκε το ομώνυμο συγκλονιστικό κομμάτι (και όχι για την κοκαϊνη όπως πολλοί πίστευαν για χρόνια), η γυναίκα που τη λάτρεψε και τον εγκατέλειψε αλλά φοράει πάντα το δαχτυλίδι που της είχε κάνει δώρο. Ο Άκης για χρόνια συγκάτοικος του και σήμερα είναι καθηγητής Λυκείου στη Ζάκυνθο. Οι φίλοι του μουσικοί στους Απροσάρμοστους. Και άλλοι 5-10 άνθρωποι, μερικοί από τους οποίους όπως ο Μάνος Ξυδούς έφυγαν νωρίς.

ΥΓ
Μια φορά στο τόσο, τέτοια μέρα πάντα, γράφω ένα κείμενο στη μνήμη του Παύλου. Και πάντα αναφέρω το μοναδικό βράδυ που συναντηθήκαμε. Τρία χρόνια πριν το θάνατο του, το 1987, όταν η κοπέλα ενός μουσικού των Απροσάρμοστων με κουβάλησε σε ένα σπίτι στην Αγία Παρασκευή που σήμερα πια είναι μπαρ. Ήταν ένα από τα σπίτια που ζούσε εκείνο το διάστημα ο Παύλος και τον περίμενε εκεί η παρέα του. Είχε μόλις γυρίσει στην Αθήνα μετά από μια εκούσια εξορία σε ένα νησί (νομίζω τη Νάξο) για να καθαρίσει από τα ναρκωτικά. Δύο σχεδόν χρόνια είχαμε χάσει τα ίχνη του.  Ήρθε, κάποια στιγμή αργά, κάθισε στην παρέα. Μίλαγε λίγο αλλά είχε τη λάμψη και την αύρα ενός διαφορετικού ανθρώπου. Εκείνες τις δύο ώρες κατάλαβα ότι μέσα από τη μουσική απλά έβγαζε τα δύσκολα «κομμάτια» του εαυτού του. Όπως και να’ χει ο πρίγκηπας θα ζει για πάντα στη μνήμη αυτών που μεγάλωσαν με τη μουσική και τους στίχους του. Αυτούς που ξέρουν πόσο προφητικό και διαχρονικό ταυτόχρονα ήταν το “Welcome to the show”. Και ίσως ότι πιο ταιριαστό για τη ζωή του είναι τα λόγια του Τσε Γκεβάρα: «Αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει». 
17/12/2017 • 08:00

13/12/2017 • 09:13